Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

Διακοπές σε εποχή κρίσης



Λίγα λόγια για την κρίση
Οι κοινωνικές αλλαγές που συντελέστηκαν μεταξύ 20ου και 21ου αι. στις δυτικές κοινωνίες ηταν, σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο ZygmuntBauman, εξαιρετικά σημαντικές και οφείλονται μεταξύ άλλων και σε αλλαγές στο σύστημα αξιών των κοινωνιων. Σταδιακα, κυρίαρχο ρόλο απέκτησε η ατομικότητα, η ανάγκη της άμεσης ικανοποίησης των αναγκών και η υιοθετηση ενος πιο υλιστικού μοντέλου διαβίωσης.

Η οικονομική κρίση στις μέρες μας είναι μια δυσάρεστη κατάσταση που μας αγγίζει όλους, αν και σε διαφορετικό βαθμο. Ο περιορισμός του οικογενειακού προυπολογισμού απαιτεί την αναθεώρηση των αναγκών, την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων και συνακόλουθα την αλλαγή του τρόπου ζωής.

Σε αυτό το πλαίσιο οι διακοπές ως «είδος πολυτελείας» για τους περισσότερους, περιορίζονται σημαντικά σε διάρκεια ή εγκαταλείπονται ως ιδέα...και όλα αυτά σε μια εποχή όπου το άγχος, η σωματική και ψυχική κούραση, καθιστούν την «απόδραση» από την καθημερινότητα επιτακτική ανάγκη.

‘Ετσι αρκετοί θα περάσουν κάποιες μέρες στον τόπο καταγωγής τους, ενώ άλλοι –μη έχοντας αυτή τη δυνατότητα ή μη επιλέγοντας αυτό τον τρόπο διακοπών- θα παραμείνουν εντός των τειχών της πόλης. Στον αντίποδα, άνθρωποι με μεγαλύτερη οικονομική άνεση που έχουν τη δυνατότητα των διακοπών, συχνά νιώθουν «άβολα», «αμήχανα» και κατά κάποιον τρόπο «ενοχικά», καθώς πολλά άτομα του κοινωνικού τους περίγυρου βρίσκονται σε δύσκολη οικονομική θέση.

Και στις 2 περιπτώσεις οι διακοπές ως φαντασίωση ή ως πράξη καταλήγουν να γίνονται πρόβλημα και βάρος. Αν πάρουμε μια απόσταση και επιχειρήσουμε να εξετάσουμε πιο ξεκάθαρα τα πράγματα διαπιστώνουμε ότι τα συναισθήματα που προκύπτουν από μια τέτοια αναμφισβήτητα δύσκολη πραγματικότητα είναι μεταξύ άλλων και προιόν σύγκρισης. Οι «άλλοι» είναι για μια ακόμα φορά εκείνοι που «τα καταφέρνουν καλύτερα», που «μπορούν να περνούν όμορφα και να απολαμβάνουν πράγματα που εγώ δεν μπορώ».

Φυσικά μια τέτοια στάση δεν έχει να κάνει με τους «άλλους», αλλά με βαθύτερα ζητήματα που ο καθένας μας έχει να διαχειριστεί. Με απλά λόγια η οικονομική δυσχέρεια, καθώς και οι δυσκολίες που αυτή επιφέρει είναι μια πραγματικότητα. Όπως από την άλλη πλευρά και η μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια ορισμένων που έρχεται σε αντίθεση με τη στενότητα του κοινωνικού τους περίγυρου. Η στάση όμως του κάθε ενός απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα είναι θέμα ψυχικών καταβολών και προσωπικής επιλογής. Μια τέτοια συνειδητοποίηση αποτελεί το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της άμβλυνσης των αρνητικών συναισθημάτων που περιγράψαμε πιο πάνω.

Σε ένα πιο πρακτικό επίπεδο θα ήταν ίσως χρήσιμο –στην περίπτωση των ανθρώπων που δυσκολεύονται οικονομικά- να αναζητηθούν εναλλακτικές δραστηριότητες –με χαμηλότερο ή μηδενικό κόστος- κατά την περίοδο των διακοπών. Τέτοια παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι κάποιες εξορμήσεις σε κοντινούς, οικονομικούς προορισμούς, προγραμματισμός δραστηριοτήτων εντος πόλης (επισκέψεις σε εκθεσιακους ή συναυλιακους χώρους), παρακολουθηση θερινων τμηματων εικαστικών, φωτογραφιας κτλ (πολλοι Δημοι παρεχουν δωρεαν προγραμματα).

Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει να γίνει στις οικογένειες και τους γονείς που συνήθως αντιμετωπίζουν τις ίδιες με πριν επιθυμίες και απαιτήσεις από τα παιδιά τους, αλλά με λιγότερα διαθέσιμα μέσα, αδυνατούν να ανταποκριθούν με τον τρόπο που αυτό συνέβαινε παλαιότερα. Έτσι, πυροδοτούνται εντάσεις και συγκρούσεις, τα αίσθηματα θυμού και αγανάκτησης συχνά κυριαρχούν και ο χώρος της οικογένειας καταλήγει να γίνεται πεδίο εκτόνωσης τους. Σε μια τέτοια ψυχοπιεστική κατάσταση όπου οι γονείς, εκτός από τη διαχείριση των δικών τους δυσκολιών καλούνται να στηρίξουν και τα παιδιά τους, τα ερωτήματα που αναδύονται είναι πολλά: «Τι να πω στο παιδί για όσα αντιμετωπίζουμε?», «μηπως να αποφύγω την κουβέντα για να μην το επιβαρύνω?», «πώς θα μπορούσα να του εξηγήσω τι πραγματικά συμβαίνει?»

Πώς μιλάμε και τι λέμε στο παιδί
Αυτά που πρέπει να ξέρει ένα παιδί εξαρτώνται από το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται, καθώς και από τη γενικότερη ψυχοσυναισθηματική του κατάσταση. Πολλές φορές οι ενήλικες, είτε προσπαθώντας να «προστατέψουν» τα παιδιά, είτε γιατί οι ίδιοι δυσκολεύονται να διαχειριστούν μια οδυνηρή πραγματικότητα, αποφεύγουν να συζητήσουν ανοιχτά για δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζει η οικογένεια. Στην πραγματικότητα βέβαια τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι «κάτι συμβαίνει», αλλά όσο οι μεγάλοι δεν τους εξηγούν τι ακριβώς είναι αυτό που συμβαίνει, τόσο η κατάσταση γίνεται πιο περίπλοκη και δύσκολη για αυτά.

Σε τέτοιες περιπτώσεις τα παιδιά, φαντασιώνονται πράγματα και βιώνουν μια ψυχική σύγκρουση που μπορεί να οδηγήσει και σε έντονο άγχος, καθώς τα συναισθήματά τους και τα μηνύματα που λαμβάνουν έρχονται σε αντίθεση με τα λόγια των μεγάλων. Από την άλλη πλευρά βέβαια χρειάζεται προσοχή στους χειρισμούς που κάνουμε, ώστε να μην μεταφέρουμε στα παιδιά το άγχος μας ακατέργαστο και να μη μεταδίδουμε ένταση και απελπισία.

Γενικά θυμόμαστε ότι είναι πάντα χρήσιμο να:
- Μιλάμε με αμεσότητα και ειλικρίνεια στα παιδιά, με λόγια απλά και κατανοητά σχετικά με τα θέματα που αντιμετωπίζει η οικογένεια, προσαρμοζόμενοι βέβαια στην ηλικία και τη συναισθηματική τους κατάσταση. Έτσι, μπορούμε και πρέπει να τα ενημερώσουμε και να τα προετοιμάσουμε έγκαιρα για την αλλαγή κάποιων συνηθειών της οικογένειας λόγω οικονομικών δυσκολιών (περιορισμός εκδρομών, αγορών και δραστηριοτήτων). Αναγνωρίζουμε την πραγματικότητα και τις δυσκολίες που υπάρχουν, παραδεχόμαστε οτι είναι μια δύσκολη εποχή και για εμάς ως ενήλικες αλλά διαβεβαιώνουμε τα παιδιά ότι είμαστε σε θέση να διαχειριστούμε τις δυσκολίες και να κάνουμε το καλύτερο δυνατό για το ίδιο, αλλά και όλη την οικογένεια.

- Δίνουμε χώρο και χρόνο στο παιδί να εκφράσει ελεύθερα σκέψεις, συναισθήματα, ανησυχίες, προβληματισμούς. Ακούμε όσα λέει χωρίς να το λογοκρίνουμε, ενώ παράλληλα παρατηρούμε προσεκτικά τις αντιδράσεις του και τη συμπεριφορά του. Άλλωστε τις περισσότερες φορές τα παιδιά δυσκολεύονται να μιλήσουν άμεσα και ξεκάθαρα για κάτι που τα αναστάτωσε, τα στεναχώρησε ή τα φόβισε (κάτι που μπορεί να σχετίζεται με αλλαγή του προγράμματος της οικογένειας ή με κάποια δική μας αντίδραση). Σε στιγμές μεγάλης έντασης αποφεύγουμε τις άγονες αντιπαραθέσεις και αναζητούμε τρόπους αποσυμπίεσης και εκτόνωσης της κατάστασης, αναγνωρίζοντας ότι το παιδί μόνο του δεν μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο. Απομάκρυνση από το πεδίο μάχης, χιούμορ, εμπλοκή σε κάποια άλλη δραστηριότητα μπορεί να διευκολύνουν. Επίσης, αποφεύγουμε τις απειλές και τους εκφοβισμούς που ειδικότερα στις μικρότερες ηλικίες μπορεί να οδηγήσουν στην εδραίωση άγχους και φοβιών.

- Αναγνωρίζουμε έμπρακτα την ανάγκη των παιδιών για ελεύθερο χρόνο, ξεκούραση και παιχνίδι. Αναζητούμε εναλλακτικές δραστηριότητες με ελάχιστο ή καθόλου κόστος, έχοντας κατά νου ότι τις περισσότερες φορές τα παιδιά απασχολούνται για ώρες και ψυχαγωγούνται με τα πιό απλά πράγματα. Μερικές ιδέες μπορεί να είναι μια καλά οργανωμένη βόλτα/εκδρομή με φίλους του παιδιού, μπάνιο σε μια νέα παραλία, ένας περίπατος/εξερεύνηση στο βουνό, ένα αυτοσχέδιο «εργαστήριο» μαγειρικής ή ζωγραφικής και πολλά άλλα.

- Φροντίζουμε να τους αφιερώνουμε όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο και να διατηρούμε το καθημερινό τους πρόγραμμα, κάνοντας τις λιγότερες δυνατές αλλαγές. Άλλωστε αυτό που κατά βάση έχουν ανάγκη τα παιδιά όλων των ηλικιών είναι η ουσιαστική παρουσία και συμμετοχή μας στην καθημερινότητά τους. Η έντονη και μονίμως ανικανοποίητη επιθυμία για υλικά αγαθά συχνά αντανακλά συναισθηματικού τύπου ελλέιμματα και πιο ασυνείδητες ανάγκες που βέβαια τα παιδιά δεν μπορούν να εκφράσουν λεκτικά.

Αν η «απάντηση» των γονιών σε αυτό είναι η συνεχής προσφορά σε υλικό επίπεδο το αποτέλεσμα είναι η διαιώνιση ενός φαύλου κύκλου που δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των παιδιών, ούτε καθησυχάζει τις βαθύτερες αγωνίες τους. Με απλά λόγια χρειάζεται πρώτα εμείς οι ίδιοι να θυμηθούμε ότι η ουσία βρίσκεται πρωτίστως στις ανθρώπινες σχέσεις καθώς και ότι τα παιδιά μαθαίνουν από το προσωπικό παράδειγμα.

Σε κάθε περίπτωση είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε και τα δικά μας συναισθήματα, να σεβόμαστε τις ανάγκες μας και να μεταδίδουμε αισιοδοξία και θετική προοπτική.